Aptaliko. GR

Aptaliko. GR

URL Ιστότοπου: http://www.aptaliko.gr
Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 14:13

Ιστορία και ρεμπέτικο

Με την μελέτη αυτή ο συγγραφέας επιχειρεί να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο αντανακλώνται γεγονότα -μείζονος ή ήσσονος σημασίας- της νεοελληνικής ιστορίας, από τα τέλη του 19ου αι. έως το 1960, στα σμυρναίικα και ρεμπέτικα τραγούδια, τα οποία εκτός από γνήσιο δημιούργημα του λαϊκού πολιτισμού, αποτελούν καθρέπτη της κοινωνίας.
Τα τραγούδια, που συγκεντρώθηκαν στη μελέτη και μελετήθηκαν, δεν αποτελούν ιστορική πηγή, με την αυστηρή επιστημονική σημασία του όρου, αλλά αναμφισβήτητα αποτελούν αυθεντικά τεκμήρια του παρελθόντος. Στα τραγούδια αυτά, εντοπίζει κανείς την απήχηση που είχαν πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, καλλιτεχνικά και αθλητικά γεγονότα, (όπως η μετανάστευση, το Μικρασιατικό, η οικονομική κρίση του 1929, ο θάνατος πολιτικών, η διάδοση της φυματίωσης, οι διακρίσεις του παγκόσμιου πρωταθλητή Λόντου, τα πρώτα καλλιστεία του 1929, η Κατοχή, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος) στο αστικό λαϊκό τραγούδι (ρεμπέτικο). Ο τρόπος της πρόσληψης των γεγονότων από τους λαϊκούς δημιουργούς αλλά και ο σχολιασμός των εξελίξεων που επιχείρησαν μέσα από τα τραγούδια τους, αναμφισβήτητα εντυπωσιάζει τον μελετητή της ιστορίας της νεοελληνικής κοινωνίας.

ISBN 978-960-02-3049-9
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ 2015
ΣΕΛΙΔΕΣ 398
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 17X24

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 14:10

Κοινωνιολογία του ρεμπέτικου

Στόχος αυτής της μελέτης είναι η διερεύνηση των κοινωνιολογικών και εθνολογικών διαστάσεων του ρεμπέτικου τραγουδιού, που κυριάρχησε για μισό περίπου αιώνα στη λαϊκή παράδοση των αστικών κέντρων της χώρας μας και συνιστά εκδήλωση-κλειδί για την κατανόηση των δομών και της εξέλιξης της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας καθώς και για την ανεύρεση της -δυσεύρετης- νεοελληνικής πολιτισμικής μας ταυτότητας.
Η σύγκριση των δεδομένων της διεθνούς έρευνας και των αποτελεσμάτων της ανάλυσης δείγματος ρεμπέτικων τραγουδιών αποδεικνύεται πολύτιμη και επιτρέπει στον συγγραφέα να προσδιορίσει τα στοιχεία που καθιερώνουν το ρεμπέτικο ως πολιτισμικό φαινόμενο του αστικού κέντρου, να κωδικοποιήσει τα ταξικά, κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά των υποπρολεταριακών κύκλων, να αποσαφηνίσει τις σχέσεις εθνικής και ταξικής κουλτούρας και να αποδείξει την παγκοσμιότητα του φαινομένου προκειμένου για κοινωνίες στη φάση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Επίσης, του επιτρέπουν να επιβεβαιώσει τη στενή σχέση ταξικών και γενικότερων κοινωνικών χαρακτηριστικών των υποπρολετάριων αφενός και της ιδεολογίας αφετέρου, και να μελετήσει τις ψυχοσυναισθηματικές στάσεις, νοοτροπίες, συλλογικές παραστάσεις, το πολιτισμικό, εν γένει, στερέωμα που εκφράζει το ρεμπέτικο τραγούδι.
Περιεχόμενα:
Πρόλογος στη νέα έκδοση
Εισαγωγή
1o: H εθνικοκοινωνιολογική προσέγγιση: μεθοδολογία και κριτήρια ένταξης του ρεμπέτικου στο λαϊκό πολιτισμό του αστικού κέντρου
Σύγχρονη ανθρωπολογική οπτική και ελληνική λαογραφική παράδοση
Υποθέσεις έρευνας και τεχνικές ανάλυσης περιεχομένου
Κριτήρια πολιτισμικής ένταξης
2ο: Υποπρολετάριοι και ταξική πολιτισμική αντιπαράθεση
Γενικά και ιδιαίτερα κοινωνικά χαρακτηριστικά
Οι περιθωριακοί πολιτισμοί στη βιομηχανική κοινωνία
Εθνικός και ταξικός πολιτισμός
Ο λαϊκός πολιτισμός στις βιομηχανικές κοινωνίες
3ο: Στοιχεία διαχρονικής ανάλυσης περιεχομένου
Θεματολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά
Ιδεολογικός κόσμος και ψυχοσυναισθηματικές στάσεις
Επίλογος: Θεμελιώδη χαρακτηριστικά και εξέλιξη του ρεμπέτικου
Βιβλιογραφία
Ευρετήριο ονομάτων

ISBN 960-348-120-3
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ 2001
ΣΕΛΙΔΕΣ 296

Τέσσερις δεκαετίες περίπου μετά τον ιστορικό θάνατο του ρεμπέτικου τραγουδιού, το βιβλίο της Μ. Κωνσταντινίδου έρχεται να μας προσφέρει για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινομένου, συνδέοντάς το με αυτό που ονομάζουμε φολκλόρ των πόλεων και με την εξέλιξή του, καθώς η ιστορία του ταυτίζεται με την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. Μια διαχρονική ανθολογία στίχων με εμβόλιμο φωτογραφικό υλικό, συμπληρώνουν το σημαντικό αυτό βιβλίο, που είναι ένα απόκτημα για την όχι και τόσο πλούσια ρεμπετολογική βιβλιογραφία.

ISBN 960-7246-14-4
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΕΛΑΣ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ 1994
ΣΕΛΙΔΕΣ 200
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 14X21

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 14:07

Όψεις το ρεμπέτικου

Υπό τον γενικό τίτλο "Όψεις του ρεμπέτικου" ο παρών τόμος στεγάζει τρία κείμενα, τα οποία επιχειρούν να φωτίσουν ενδιαφέρουσες όσο και ελάχιστα μελετημένες πλευρές αυτού του αστικολαϊκού μορφώματος. Στο πρώτο μελέτημα ("Το ρεμπέτικο στη δεκαετία του 1930 και ο Μεταξάς, μέσα από γραπτές συγχρονικές πηγές") γίνεται για πρώτη φορά λεπτομερής πραγμάτευση του πώς προσελήφθη το ρεμπέτικο, τόσο από τον τύπο της εποχής όσο και από το Μεταξικό καθεστώς. Μέσα από πρωτογενείς συγχρονικές πηγές, που επίσης για πρώτη φορά έρχονται στο φως, προσεγγίζεται το φάσμα των αντιδράσεων που ήγειρε το είδος εκ μέρους της κουλτούρας του γραμματισμού αλλά και της κυρίαρχης πολιτικής τάξης πραγμάτων. Το δεύτερο κείμενο ("Ο αριστερός λόγος για το ρεμπέτικο [1946-1988]") στοχεύει σε πρώτο επίπεδο στη λεπτομερή ανασκόπηση και κριτική ανάλυση του αριστερού λόγου για το ρεμπέτικο, όπως αυτός αποτυπώθηκε σε γραπτές πηγές, ενώ σε δεύτερο επίπεδο επιχειρεί να αναδείξει τη διαμόρφωση και εξελικτική πορεία αυτού του λόγου σε ένα επαρκές βάθος χρόνου. Φιλοδοξία, τέλος, του τρίτου κειμένου ("Ρεμπέτες και ρεμπέτικο: από τη ρητορική των άλλων στον αυτοπροσδιορισμό") αποτελεί η ανασύσταση της αφηγηματικής αυτοπαρουσίασης των συντελεστών του ρεμπέτικου σε αντίστιξη με τον λόγο που άρθρωσε ο κυρίαρχος πολιτισμός για αυτούς και για το είδος που εκπροσωπούσαν.

ISBN 978-960-8219-28-1
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ 2004
ΣΕΛΙΔΕΣ 212
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 14X21

Η λέξη "ρεμπέτικο" δεν πέρασε ποτέ στη συνθηματική γλώσσα της μαγκιάς, δηλαδή στην αργκό της. Χρησιμοποιήθηκε και προβλήθηκε σαν ένα εμπορικό προσδιοριστικό κάποιων τραγουδιών που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τα πραγματικά ρεμπέτικα. Στη συνέχεια παρεισέφρησε στα στιχάκια κάποιων ελάχιστων ρεμπέτικων τραγουδιών μάλλον "αστικο-λαϊκού" και "μποέμικου", αλλά σίγουρα όχι "σκληρού" περιεχομένου. Ύστερα η λέξη έγινε "κοινή", δηλαδή "ελευθεριάζουσα", άρα εκμεταλλεύσιμη. Και έτσι το μελάνι συνεχίζει να ρέει σχετικώς... Η λέξη "ρεμπέτικο" θα έλεγα ότι είναι μία μυστηριώδης λέξη. Υπάρχει μυστήριο τόσο στην καταγωγή της (αν μάλιστα δει κανείς τι έχει γραφτεί σχετικά) όσο και στην ανέκαθεν αλόγιστη, και για διάφορους σκοπούς, χρησιμοποίησή της. Έτσι, αν ρωτήσετε σήμερα κάποιους... κοινούς θνητούς τι είναι "ρεμπέτικο", θα διαπιστώσετε από τις απαντήσεις τους πλήρη σύγχυση. Έχω μια μικρή "ανθολογία" τέτοιων απαντήσεων απείρου κάλλους, αλλά δεν είναι του παρόντος. Αν πάλι ρωτήσετε τους "ειδικούς" -και υπαινίσσομαι βέβαια τους περί τα ρεμπέτικα αναδιφώντες ή και τυρβάζοντες, κοινώς "ρεμπετολόγους"-, θα σας είναι δύσκολο να βρείτε δύο ίδιες απόψεις. Τα διάφορα λεξικά αυτοσχεδιάζουν και τέλος πάντων κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι είναι σε θέση να δώσει ένα σαφή ορισμό τι ακριβώς σημαίνει "ρεμπέτικο". Μια άλλη "μαγική εικόνα" με τη λέξη αυτή είναι το πώς προήλθε. Γι' αυτό και αποκάλεσα στην αρχή τη λέξη μυστηριώδη. Μέσα σ' αυτό το "μυστήριο" βρέθηκα κι εγώ, φυσικά, οπότε οτιδήποτε σχετικό υλικό σκόνταφτε στο δρόμο μου το έριχνα σ' ένα φάκελο με την ένδειξη "Περί της λέξεως ρεμπέτικο..."

ISBN 960-8378-35-4
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΣΕΛΙΔΕΣ 143
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 17X24

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 13:59

Ρεμπέτες και ρεμπέτικο τραγούδι

«Παλιοζωή, παλιόκοσμε και παλιοκοινωνία»: Mε τον τρόπο αυτό τραγούδησαν οι άνθρωποι τη δυστροπία τους στην ιστορία και στον κόσμο τους, εννοώντας τη νέα εποχή ως αταξία. Στα ρεμπέτικα τραγούδια εντυπώνονται όψεις μιας κρίσιμης ιστορικοκοινωνικής διαδικασίας, στους ρυθμούς και τα λόγια τους αναγνωρίζουν εμπειρίες και γι’ αυτό τα εντάσσουν στην καθημερινότητά τους άτομα και συλλογικότητες που έζησαν και δημιούργησαν τον καθ’ ημάς αιώνα της πόλης. Aκόμα και σήμερα, οι απόηχοι του ρεμπέτικου ή σύγχρονες εκδοχές του, λόγια και σύμβολα μιας «άλλης» εποχής, παράγοντας σημασίες και νοηματοδοτώντας εμπειρίες εγκαταστάθηκαν πλέον στην καθημερινότητά μας. Έτσι, το ρεμπέτικο της άλλης εποχής, για το οποίο μιλάμε σήμερα, είναι, κατά μία έννοια, εδώ. Aν πούμε ότι το ρεμπέτικο συνεχίζει μια μουσική παράδοση, τότε λέμε τη μισή αλήθεια –κατασκευάζουμε ένα σχεδόν ολόκληρο ψέμα. H παραγωγή των ρεμπέτικων τραγουδιών αντιπροσωπεύει –σχεδόν προκύπτει από– τις ασυνέχειες της κοινωνικής οργάνωσης, μνημονεύει κοινωνικά ρήγματα, σημαίνει κοινωνικούς αποκλεισμούς, την εποχή που οι εργάτες δεν είχαν πατρίδα και τους ρεμπέτες δεν τους ήθελε καμιά πατρίδα, τις απωθημένες αυτές εμπειρίες, τις σιωπηλές μέσα στην ιστορία διαδικασίες που πάνε μαζί με την πρόοδο και την παραγωγή νέων κυριάρχων, την εποχή και την εξουσία της πόλης.

ISBN 960-348-044-4
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΛΕΘΡΟΝ
ΣΕΛΙΔΕΣ 327
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 17X24

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 13:57

Ρεμπέτικο και πολιτική

Η Εθνική Αντίσταση και το Λαϊκό Τραγούδι είναι τα δύο κοινωνικά φαινόμενα που γνώρισαν την ομόθυμη συμμετοχή ή επιδοκιμασία της πλειοψηφίας των Ελλήνων στον αιώνα μας - δύο λαϊκά κινήματα που άφησαν πίσω τους απόλυτα θετικό και υποδειγματικό έργο, το ένα πολιτικό, το άλλο στον πολιτιστικό τομέα. Από το λόφο της χρονικής απόστασης, αν κοιτάξουμε την πεδιάδα των περασμένων δεκατιών, θα δούμε αυτά τα δύο ρεύματα να κυλούνε μεγάλα και λαμπερά, κάτω από τον ήλιο. Έχουν κοινές τις πηγές και κοινές τις εκβολές τους. Κάπου ανταμώνονται και αρδεύουν το έδαφος της ιστορικής συνείδησης. Και τα δύο αυτά κινήματα στηριχτήμανε στην παράδοση των προηγούμενων αιώνων: η Εθνική Αντίσταση στο 1821, το Λαϊκό τραγούδι στο Δημοτικό. Αλλά, πατώντας στο παραδοσιακό στέρεο έδαφος, πραγματοποίησαν άλματα, φανερώνοντας τις δικές στους πρωτοποριακές μορφές. Και τα δύο φαινόμενα αμφισβητήθηκαν στον καιρό τους, αργότερα όμως αναγνωρίστηκαν σε κάποιο βαθμό. Το Λαϊκό Τραγούδι στις μέρες μας είναι αντικείμενο θαυμασμού και εκτίμησης, ωστόσο, η μελέτη του δεν είναι απαλαγμένη απο αυθαιρεσίες, διαστρεβλώσεις κι επιπόλαια συμπεράσματα... Το βιβλίο αυτό στοχεύει να τοποθετήσει απ\' την αρχή τη μελέτη του θέματος πάνω σε μια αυστηρά επιστημονική βάση και να δείξει με τρόπο τεκμηριωμένο τον κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα του Λαϊκού Τραγουδιού.

ISBN 960-224-667-4
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ 2009

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 13:34

Ρεμπέτικο τραγούδι

Η αθρόα επανέκδοση ρεμπέτικων τραγουδιών κατά την τελευταία 20ετία σε ιστορικές και νεότερες εκτελέσεις, συνοδευόμενη από μια αφειδώλευτη δημοσιοποίηση παρεμφερούς βιογραφικού και άλλου υλικού, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για συστηματικότερη και απαιτητικότερη προσέγγιση του είδους απ' ό,τι συνηθίζεται στους καλοπροαίρετους ερασιτεχνισμούς των συλλεκτών και άλλων συνηγόρων του. Εν τούτοις, κατά την εκτίμηση του συγγραφέα του βιβλίου αυτού, η αρχή της τρίτης χιλιετίας βρίσκει τη ρεμπετολογία να διαγράφει μια αργή και επισφαλή μετάβαση από την προεπιστημονική φάση στην πρωτοεπιστημονική. Η παρούσα προσπάθεια αποβλέπει στην επιτάχυνση της μετάβασης αυτής, καθιστώντας προσιτούς σε ευρύτερο ελληνόφωνο κοινό τους προβληματισμούς ενός από τους πρωτεργάτες της διεθνούς επιστημονικής βιβλιογραφίας του ρεμπέτικου, σχετικά με τον ορισμό, την πρόσληψη και την επιστημονική πραγμάτευση του είδους.

ISBN 960-8219-02-7
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΣΕΛΙΔΕΣ 184
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 13X21

Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται και ανθολογούνται για πρώτη φορά κείμενα για το ρεμπέτικο αθησαύριστα και ανέκδοτα, πέραν της πρώτης τους εμφάνισης στον περιοδικό και ημερήσιο Τύπο της περιόδου 1929-1959. Oι δεκαετίες 1930, 1940 και 1950, στις οποίες πρωτοείδαν το φως της δημοσιότητας τα ανθολογούμενα κείμενα, συνιστούν κατά κοινή εκτίμηση το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου συντελέστηκε η «γέννηση», η άνθιση και η θεωρούμενη παρακμή του ρεμπέτικου τραγουδιού. Κατά συνέπεια, ενδιαφέρει απολύτως ο τρόπος με τον οποίο έγινε η υποδοχή, ο σχολιασμός, η αποτίμηση και γενικότερα η κειμενική πραγμάτευση που επιφύλαξε για το είδος αυτό ο δημόσιος λόγος, όπως αυτός αποτυπώθηκε στη σημαντική συγχρονική πηγή που αποτελεί ο εφήμερος και περιοδικός Τύπος της εποχής.

ISBN 9789608219458
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ
ΣΕΛΙΔΕΣ 254
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 17X24

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 13:26

Ρεμπέτικο: Το κακό βοτάνι

Ένα εξαιρετικό κόμικ για τους λάτρεις της 9ης τέχνης και τους εραστές του ρεμπέτικου τραγουδιού από τον David Prudhomme. Ο ίδιος γράφει στον πρόλογο πως χωρίς να είναι Έλληνας, μουσικός ή καπνιστής, το ρεμπέτικο, αυτό το σύμπαν με το αναρχικό πνεύμα, τον παρέσυρε από τότε που το ανακάλυψε. Στην αρχή τού κίνησε το ενδιαφέρον το περιβάλλον στο οποίο αναπτύχθηκε, μέσα στις κακόφημες γειτονιές στις φυλακές στους τεκέδες, στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Μετά σαγηνεύτηκε από τις μορφές του ρεμπέτικου, τους μουσικούς, τους ρεμπέτες, τους περιθωριακούς, αδέλφια στη δυστυχία και στην εξορία. Η θεματολογία του ρεμπέτικου, το οποίο γεννήθηκε τη δεκαετία του 1920, συγκρίνεται μ αυτή των πορτογαλικών φάντος, του αργεντίνικου ταγκό. Κάποιοι το ονομάζουν το ελληνικό μπλουζ.

Σ αυτή τη μουσική διακρίνει μια βαθύτατη σχέση τns Ανατολής και τnς Δύσης. Βρίσκει τον πόνο της ξενιτιάς, τη γοητεία των λιμανιών, τις τσάρκες των ξενύχτηδων, τους χαμένους τους έρωτες. Την ήττα και το χιούμορ. Όταν γεννήθηκε το ρεμπέτικο, το κοινό και οι μουσικοί ήταν αδέλφια. Οι παρίες, τα κατακάθια της κοινωνίας που τραγουδούσαν μ εκείνη τη βραχνή φωνή, ενοχλούσαν.. Το 1936, ο δικτάτορας Μεταξάς κατέλαβε την εξουσία στην Αθήνα και αποφάσισε ότι αυτοί οι περιθωριακοί και τα τραγούδια τους έπρεπε να συμμορφωθούν.

Γράφει μια φανταστική ιστορία δανειζόμενος τα χαρακτηριστικά, ακόμη και τα ονόματα, από τους πραγματικούς ρεμπέτες. Περιγράφει μια ρεμπέτικη μέρα και νύχτα του 1936 υπό τη σκιά της δικτατορίας του Μεταξά αρκετά κοντά στα πραγματικά γεγονότα. Εμφανίζεται ο Μάρκος Βαμβακάρης ο πατριάρχης του ρεμπέτικου με την ξακουστή κομπανία, που ονομαζόταν "η Τετράς του Πειραιά", ο Μπάτης και ο Ανέστος Δελιάς (ή αλλιώς Αρτέμης).

ISBN 978-960-9487-23-8
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΝΩΣΗ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΣΕΛΙΔΕΣ 102

Κεντρικό πρόσωπο και βασικό θέμα του θεατρικού έργου είναι η περιπετειώδης ζωή μιας γυναίκας-μύθου της ελληνικής λαϊκής σκηνής. Η Ρόζα Εσκενάζυ ήταν κορυφαία και χαρισματική ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου και του σμυρνέικου τραγουδιού. Χαρακτηρίστηκε "η μεγάλη κυρία" των Μικρασιατών μουσικών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Υπήρξε από τις ωραιότερες φωνές που έβγαλε το ρεμπέτικο τραγούδι. Ήξερε να ξεσηκώνει τους σεβνταλήδες θαμώνες με τα σκέρτσα και τα καμώματά της, γιατί, εκτός από έξοχη τραγουδίστρια, ήταν και θαυμάσια χορεύτρια. Η ζωή της περιβάλλεται από ένταση και μυστήριο, από την ημέρα που γεννήθηκε μέχρι τον θάνατό της. Μια διαδρομή με αφετηρία την Κωνσταντινούπολη του 1883 μέχρι την Αθήνα του 1980.
Η θρυλική Ρόζα μετακόμισε σε νεαρή ηλικία μαζί με τους γονείς της στη Θεσσαλονίκη και από το 1910 άρχισε να εμφανίζεται ως χορεύτρια σε διάφορα κέντρα και θέατρα. Από τα μέσα της δεκαετίας του '20 κατέβηκε στην Αθήνα και ξεκίνησε μια δεύτερη καριέρα ως τραγουδίστρια.
Η Ρόζα Εσκενάζυ διατήρησε ως το τέλος της ζωής της (2 Δεκεμβρίου 1980) τα φυσικά της χαρίσματα και είχε την τύχη να μη φύγει λησμονημένη. Γνώρισε από νωρίς την αναγνώριση από τους μουσικολόγους και τους ερευνητές του ρεμπέτικου τραγουδιού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η προσωπική της ζωή, αφού βίωσε ορισμένες από τις πιο σημαντικές δεκαετίες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Πέρασε δια πυρός και σιδήρου μέσα από πολέμους, κατοχή, αντίσταση, δικτατορίες και άλλα γεγονότα κρατώντας πάντοτε τη δυναμική στάση μιας ανεξάρτητης γυναίκας που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της. (Από τον πρόλογο του συγγραφέα)

ISBN 9786185191443
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΠΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΕΤΟΣ ΕΚΔΟΣΗΣ 2016
ΣΕΛΙΔΕΣ 40
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 21X17

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 12:50

Το ρεμπέτικο στο σχολείο

Το βιβλίο περιέχει τις παρτιτούρες και τις αντίστοιχες πάρτες 13 ρεμπέτικων τραγουδιών για παιδική χορωδία και ορχήστρα με όργανα του συστήματος Orff. Επίσης, περιέχει 2 πλήρεις προτάσεις διδασκαλίας των λαϊκών δρόμων και ρυθμών (με πίνακες, ασκήσεις κλπ), ιδιαίτερα για παιδιά Δημοτικού Σχολείου. Η εργασία, που έχουν προλογίσει και διορθώσει άνθρωποι όπως ο Μάρκος Δραγούμης, ο Δημήτρης Λέκκας και ο Παναγιώτης Κουνάδης, φιλοδοξεί να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα διδασκαλίας ενός σημαντικού κομματιού του αστικού λαϊκού μουσικού μας πολιτισμού, προσπερνώντας τις ιδεοληψίες και προκαταλήψεις του παρελθόντος και προτείνοντας, ουσιαστικά, την πλήρη "νομιμοποίησή" του στο επίσημο σχολικό αναλυτικό πρόγραμμα.

Ήσουνα ξυπόλητη
Η φραγκοσυριανή
Βάρκα γιαλό
Τα καβουράκια
Όταν ιδώ τα δυο σου μάτια
Βαγγελίτσα
Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια
Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά
Φαληριώτισσα
Τα ματόκλδα σου λάμπουν
Θα' ρθω να σε ξυπνήσω
Μ' έχεις μαγεμένο
Συννεφιασμένη Κυριακή

 

ISBN 9790691503645
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΝΑΚΑΣ
ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΣΕΛΙΔΕΣ 220
ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ 21X30

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 12:35

Βούλγαρης Ιωάννης

Γεννήθηκα στην Αθήνα και είμαι κατασκευαστής οργάνων. Ξεκίνησα την ερασιτεχνική οργανοποιία το 1987 και στα επόμενα χρόνια αφοσιώθηκα αποκλειστικά στην κατασκευή του βιολιού.

Ξεκινώντας από την ηλικία των δώδεκα ετών το επάγγελμα του επιπλοποιού-ξυλουργού παράλληλα με τις βασικές σπουδές γνώρισα τον Κυριάκο Μαυρίδη ένα καταπληκτικό άνθρωπο και οργανοποιό εγχόρδων ο οποίος με μύησε και με παρότρυνε να ασχοληθώ με την οργανοποιία. Έτσι μετά από αρκετές κατασκευές διαφόρων έγχορδων κατέληξε στο να με μαγέψει το βιολί όπου θεωρώ οτι δεν είναι καθόλου τυχαίο που λέγεται ο βασιλιάς των οργάνων. Με αρκετή μελέτη, έντονη αναζήτηση και πειραματισμό αλλά πάντα με απαράμιλλο σεβασμό στο ξύλο και στους παλαιούς μαστόρους έφτασα σε ένα αξιόλογο επίπεδο κατασκευών.

Πολλοί φιλοδοξείτε να ακούσετε και να αισθανθείτε τον ήχο ενός βιολιού ερχόμενος από το ίδιο σας το παρελθόν. Ίσως είναι ένα όνειρο παιδικής ηλικίας ή ένα άκουσμα βιολιού που ο ήχος πήγαζε από τα χέρια άλλου μουσικού. Ακούσατε ένα βιολί που σας γοήτευσε εντελώς και πάντα είχατε όραμα για ένα τέλειο εργαλείο ήχου. Αυτό λοιπόν το όραμα σας διαβεβαιώνω θα το πλησιάσετε εάν πιάσετε ένα από τα έργα μου στα χεριά σας.

Με καμάρι λοιπόν θα σας παρουσιάσω τα έργα μου φτιαγμένα με πολλή αγάπη και μεράκι. Είναι έργα με άριστης ποιότητας ξύλα και φόρμουλας βερνικιών, δικής μου σύνθεσης, αναδεικνύοντας την απαράμιλλη ομορφιά με φανταστικά εμφανισιακό αλλά και ηχητικό αποτέλεσμα.
Φιλικά

Ιωάννης Βούλγαρης
κατασκευαστής οργάνων

Κινητό: 6993960094

Web-site: www.bulgariviolins.gr

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 12:25

Sebastien Seixas

O Sebastian Seixas γεννήθηκε στην πόλη Orleans της Γαλλίας το 1974 και σπούδασε οργανοποιία στη σχολή Ecole Nationale de Lutherie στην πόλη Mirecourt από το 1989 μέχρι το 1994. Αφού εργάστηκε για δύο χρόνια στην Orleans κατόπιν πήγε για λίγο και δίδαξε οργανοποιία στο Μαρόκο. Όμως από το 1997 είναι εγκατεστημένος στην Αθήνα και κατασκευάζει και συντηρεί όργανα της οικογένειας του βιολιού.

Το εργαστήρι λειτουργεί Δευτέρα εώς Παρασκευή, κατόπιν ραντεβού.

Δ. Σούτσου 10
11521, Αθήνα.
3ος όροφος
Τηλ: 210-645-0936

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017 12:25

Φρονιμόπουλος Νίκος

"Ένα μουσικό όργανο που κατασκευάζεις πρέπει να είναι, από την αρχή μέχρι το τέλος, ένα προϊόν δικής σου σκέψης και αντίληψης, να σε αντικατοπτρίζει, από τη στιγμή που θα πάρεις τον διαβήτη και τον χάρακα να σχεδιάσεις το μοντέλο του μέχρι τα διακοσμητικά στοιχεία και το βερνίκι που θα βάλεις επάνω του".

Μακριά από την κίνηση και την πολυκοσμία της πόλης, έχει στήσει το εργαστήριό του αλλά και την μόνιμη κατοικία του ο Νίκος Φρονιμόπουλος. Η πρώτη μας συνάντηση έγινε πριν από δέκα περίπου χρόνια, όταν είχε τότε το εργαστήρι του σε ένα διαμέρισμα κοντά στο Μουσείο. Γεννήθηκε το 1958 και μεγάλωσε στην Αθήνα, αλλά από πολύ μικρός το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το πέρναγε στα Λεγραινά μιας και ο πατέρας του ήταν δεινός φυσιολάτρης. Στην οικογένεια δεν υπήρχε μουσική παράδοση, υπήρχε όμως κατασκευαστική δεξιότητα από την μεριά του πατέρα , ο οποίος αν και οδοντίατρος, κατασκεύαζε μόνος του όλα τα απαραίτητα της προσθετικής. Έκανε δηλαδή και τη δουλειά του οδοντοτεχνίτη.

Το μόνο που υπήρχε στην οικογένεια ήταν ένα βιολί από τον παππού του, το οποίο μάλιστα δεν τον άφηναν να αγγίζει. Γύρω στα 17 του ανακαλύπτει το βιολί του παππού σε μια αποθήκη και αποφασίζει να το δώσει για επισκευή. Το πάει στον Λάζαρο Ψηλάκη[2], παλιό οργανοποιό και κατασκευαστή βιολιών. Με το βιολί έτοιμο, ζητάει από τον καθηγητή του στο Κολλέγιο Αθηνών, το μουσικολόγο Μάρκο Δραγούμη, να τον στείλει σε ένα δάσκαλο. Ο Μάρκος Δραγούμης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα πορεία του αφού « …μεσούσης της δικτατορίας, προσπαθώντας να μας δώσει ερεθίσματα για μια ευρύτερη μουσική παιδεία, μας έβαζε και ακούγαμε εκτός των άλλων, δημοτικά και ρεμπέτικα. Τότε πρωτοάκουσα και παλιούς δίσκους του Μάρκου Βαμβακάρη… θυμάμαι τον εαυτό σε μικρότερη ηλικία, όταν άκουγα μπουζούκια, να κλείνω το ραδιόφωνο, γιατί δεν μ’ άρεσαν καθόλου τα λαϊκά του ’60. Κάτι όμως με μάγεψε στο άκουσμα τις παλιών αυτών ηχογραφήσεων…». Δυο Καναδοί επίσης καθηγητές, λάτρεις της ελληνικής μουσικής και συλλέκτες δίσκων και μουσικών οργάνων, έδωσαν την ευκαιρία στον Νίκο να έρθει σε επαφή με πολύ παλιά όργανα , όπως «… παλιά μπουζούκια, από τη συλλογή του ΄Ιαν Μίλλερ , κατασκευασμένα προ του1900, τα οποία είχα δει από κοντά, γιατί είχα και με αυτούς πάρα πολύ καλή σχέση…στο σπίτι τους γνώρισα και το δάσκαλό μου στο μπουζούκι, τον Θανάση Συριανό…».
Ο Νίκος καταπιάνεται σε εκείνη τη φάση και με το μπουζούκι. H αφορμή για να κάνει την πρώτη του κατασκευή δεν θα αργήσει να έρθει. Οι φλάσκες - σημαδούρες για το ψάρεμα του πατέρα του - θα τον εμπνεύσουν να φτιάξει τον πρώτο του τζουρά (1975), με « …μια κολοκύθα, ένα κομμάτι ξύλο που πελεκήθηκε με το μαχαίρι της κουζίνας ... και για τις διάφορες μικροδουλειές, τα οδοντοτεχνικά εργαλεία του εργαστηρίου του πατέρα μου». Πριν ακόμα τελειώσει το 7τάξιο Γυμνάσιο[3], έχει φτιάξει άλλους δύο παρόμοιους τζουράδες για φίλους του και έχει επισκευάσει και μετατρέψει ένα 8χορδο μπουζούκι σε τρίχορδο για τον εαυτό του.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο αρχίζει σπουδές στη δραματική σχολή του Πέλου Κατσέλη. Ασχολείται με την ηθοποιία -τον συναντάμε μάλιστα και σε κάποιες ταινίες όπως το 1922 του Κούνδουρου και το Ρεμπέτικο του Φέρρη - χωρίς όμως να εγκαταλείψει ούτε το παίξιμο (βιολιού, μπουζουκιού) ούτε και την κατασκευή. Οι κατασκευαστικές του γνώσεις σιγά σιγά εμπλουτίζονται. Ελληνική βιβλιογραφία τότε δεν υπήρχε και το διαδίκτυο δεν είχε ακόμη εφευρεθεί. Σε ένα ταξίδι του στη Σουηδία με θίασο του Γιάννη Χουβαρδά, αγοράζει δυο βιβλία του Irving Sloan για την κατασκευή της κιθάρας. Αρχίζει σιγά σιγά να γνωρίζεται και με διάφορους Έλληνες μαστόρους. Το 1980 γνωρίζει και συνδέεται φιλικά με τον Νίκο Στασινό « …είχε στο Μεταξουργείο το εργαστήρι του… Ο Νίκος ο Στασινός ήτανε, όπως λέω εγώ, προάγγελος της καινούργιας, της νεότερης ελληνικής οργανοποιίας , που επέστρεψε με άλλο μάτι σε παλιότερα μοντέλα και τεχνικές. Συνδυάστηκε με την εποχή που άρχισε να ξανανακαλύπτεται το ρεμπέτικο. Ο Νίκος, χωρίς να έχει κάποια ιδιαίτερη παιδεία πέρα από το φυσικό ταλέντο του, άρχισε να ξαναφτιάχνει όργανα σε παλιότερες φόρμες, χρησιμοποιώντας ξύλινες φιγούρες και ιδιαίτερη αισθητική, διαφορετική από αυτήν που είχε κυριαρχήσει στη λαϊκή οργανοποιία της εποχής. Πέθανε νεότατος, γύρω στα 40 του»

Η πορεία του Νίκου στο χώρο της οργανοποιίας είναι και μεγάλη αλλά και σε βάθος. Η γνώσεις του για το ιστορικό κομμάτι είναι σημαντικές και το αποτέλεσμα φαίνεται, στα διάφορα άρθρα που έχει δημοσιεύσει, στην επισκευή – αναπαλαίωση του ταμπουρά του Μακρυγιάννη αλλά και στην σημαντική ανακάλυψη του κατασκευαστή οργανοποιού του συγκεκριμένου ταμπουρά, του Λεωνίδα Γαΐλα[4]. Ψάχνει, βρίσκει και μελετάει οποιοδήποτε «παλιό όργανο που έχει σχέση με την ελληνική οργανοποιία».
Τα ερωτηματικά του πολλά ακόμα και η έρευνα του σε ότι αφορά τον ήχο στα έγχορδα συνεχής. Είναι ο πρώτος που έχει περιγράψει τους τρόπους δόνησης των παραδοσιακών λαουτοειδών, χρησιμοποιώντας διαγράμματα Chladni[5] (διαγράμματα σκόνης). Οι εφαρμογές του συντονιστή Helmholtz[6] είναι ένα ακόμα από τα στοιχεία που μελετά. Κάθε επισκευή ή συντήρηση παλαιού οργάνου για το Νίκο είναι πρώτα μελέτη και μετά μαστοριλίκι, όπως συνέβη για παράδειγμα στο μπουζούκι κατασκευής Αναστάσιου Σταθόπουλου[7]. Άλλωστε η επισκευή, λειτουργεί και ως μια σημαντική μαθητεία για τον οργανοποιό. Από τον πρώτο τζουρά που κατασκεύασε ως μαθητής γυμνασίου, δεν έπαψε να ασχολείται με την οργανοποιία και να έχει πάντα ένα χώρο στο σπίτι του για εργαστήρι. Σημαντική στην πορεία του και η συνάντησή του με τον «σκαφά» (κατασκευαστή ηχείου λαουτοειδών) Νίκο Γέρο, μετά τον θάνατο του Στασινού. «Ο Γέρος εκεί που έφτιαχνε τα σκάφη, είχε δίπλα κι ένα πάγκο με όλα τα εργαλεία της οργανοποιίας, αλλά δεν ήξερε να κάνει όργανα. Για κανένα χρόνο περίπου, πριν πάω στο στρατό, ... πήγαινα καθημερινά εκεί και είχαμε μια συνεργασία: εκείνος μου έκανε τα σκάφη για τα όργανα που έφτιαχνα και εγώ του έκανα τις επισκευές στα όργανα που ερχόντουσαν στο εργαστήριο.» Με το γνωστό τρόπο της παρατήρησης και μόνο, ο Φρονιμόπουλος έμαθε να κάνει σκάφη κοντά «στον καλύτερο σκαφά της εποχής».

Από κει και μετά αρχίζει να σχεδιάζει τα δικά του όργανα και να τα κατασκευάζει από την αρχή, αφού θεωρεί ότι είναι σημαντικό να σχεδιάζει ο ίδιος ο οργανοποιός τα όργανα που κατασκευάζει. Τόσο η βιβλιογραφία όσο και η εμπλοκή του με την οργανοποιία των συμφωνικών οργάνων ορχήστρας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην οπτική του ως οργανοποιού. Πιστεύει μάλιστα ότι το σημαντικότερο βιβλίο για την κατασκευή του βιολιού είναι το «The 'Secrets' of Stradivari» του Simone F. Sacconi [8], το οποίο τον βοήθησε πολύ και στην κατασκευή του πρώτου του βιολιού. Το καλοκαίρι του 1997 στην Πάρμα, γνωρίζεται από κοντά με τον Reneto Scrollavezza, ένα από τους μεγαλύτερους Maestro Luthier του αιώνα μας.

Το παίξιμο ενός μουσικού οργάνου το θεωρεί επίσης πολύ σημαντικό.«Ο οργανοποιός, πρέπει ως ένα σημείο να μπορεί να δοκιμάσει ο ίδιος τα όργανα που κατασκευάζει, ώστε να έχει μια προσωπική άποψη για τον ήχο που παράγει.» Θεωρεί μάλιστα ότι η ενασχόληση με τη μουσική είναι καθοριστική για τον οργανοποιό. Αναφέρει ως παράδειγμα τον Δημήτριο Μούρτζινο, ίσως τον σημαντικότερο Έλληνα κατασκευαστή μαντολίνου, ο οποίος υπήρξε βιρτουόζος μαντολινίστας και τενόρος.
Το «πρακτικό μέρος», η σωστή κατασκευή δηλαδή και ο ζητούμενος ήχος, ήταν αυτά που απασχόλησαν τον Νίκο στην αρχή. Άλλωστε όπως ο ίδιος λέει «είμαι ένας από τους –αρκετούς- οργανοποιούς που μπήκαμε σ’ αυτή την τέχνη, απ’ το παράθυρο, διότι η πόρτα ήτανε κλειστή». Η συντεχνιακή αντίληψη της εποχής, η οποία ακόμα κρατάει σε κάποιες περιπτώσεις, δεν επέτρεπε τη μαθητεία και η κατάκτηση του τεχνικού μέρους της οργανοποιίας ήταν περισσότερο αυτομόρφωση και «δοκιμή και λάθος». Έτσι το αισθητικό μέρος αναπτύχθηκε αφού είχε αρχίσει να κατακτιέται το κατασκευαστικό. Από αυτό το σημείο και μετά, το παιδικό όνειρο του Νίκου να γίνει ζωγράφος άρχισε να βρίσκει διεξόδους στην αισθητική των μουσικών οργάνων τα οποία κατασκευάζει[9]. Στην κατασκευή των λαουτοειδών (ταμπουράς, μπουζούκι, τζουράς, μπαγλαμάς, ούτι, λαούτο) έχει επενδύσει τον περισσότερο χρόνο του. Έχει κατασκευάσει όμως και 4 βιολιά, αλλά και διάφορα άλλα όργανα. Με όποια όμως νέα οικογένεια οργάνων και να καταπιαστεί, υπάρχει από πίσω μια πολυετής ενασχόληση σε επίπεδο έρευνας, μελέτης και σχεδιασμού.
Η έρευνα του μάλιστα για τα βερνίκια των βιολιών τον οδήγησε στη γνωριμία με τον Γιώργο Ταυλαρίδη, χημικό με ειδίκευση στα φυσικά υλικά και τα βερνίκια της οργανοποιίας. Σε συνεργασία με το Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων διοργανώνονται και δύο σχετικά σεμινάρια (1996-1997). Εκείνη την περίοδο, μαζί με άλλους οργανοποιούς, ιδρύουν το Σύλλογο Φίλων Καλλιτεχνικής Οργανοποιίας, ο οποίος έπαιξε σημαντικό ρόλο με τη διοργάνωση ημερίδων, σεμιναρίων και εκθέσεων αλλά -το σημαντικότερο- με την ανάπτυξη σχέσεων ανάμεσα στους ίδιους τους οργανοποιούς. Δυστυχώς σήμερα ο Σύλλογος είναι ανενεργός.
Τα υλικά και οι τεχνικές τις οποίες χρησιμοποιεί ο Νίκος, βασίζονται στην παράδοση της οργανοποιίας. Αλλά ως σύγχρονος οργανοποιός, προχωρά και εξελίσσεται με νέες τεχνικές και υλικά. «Ένας οργανοποιός που θέλει να σέβεται την τέχνη του, πρέπει να γνωρίσει πρώτα όλη την παράδοσή της σε βάθος, όσο καλύτερα μπορεί. Ξεκινά μαθαίνοντας πρώτα πολύ καλά τα παλιά υλικά. Μετά θα μάθει να χρησιμοποιεί και τα πιο σύγχρονα και κατόπιν θα κάνει τους πειραματισμούς του με τα νεότερα». Οι τελευταίες δοκιμές του μας ξαφνιάζουν ευχάριστα. Στην κατασκευή μπουζουκιού, χρησιμοποιεί για την ενίσχυση του καπακιού honeycomb με ακτινικές ενισχύσεις ή καμάρια σε πλέγμα[10]. Η αδυναμία του είναι «τα καλά ξύλα» όπως μου λέει χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει πρώτα και κύρια επιλογή ξύλου με καλά ηχητικά χαρακτηριστικά, σωστή ωρίμανση και παλαίωση αλλά και πρίση (κόψιμο). Από εκεί και πέρα ο παλίσανδρος, πολλά οπωροφόρα (κερασιές, αχλαδιές), το κυπαρίσσι, το σφενδάμι (κελεμπέκι), το φλαμούρι αλλά και το παραδοσιακό ξύλο της ελληνικής οργανοποιίας, η μουριά, είναι κάποια από τα είδη που χρησιμοποιεί.

Η ενασχόληση του με την οργανοποιία τον έμαθε να ακούει το όργανο με διαφορετικούς τρόπους. Με άλλον τρόπο ακούς το όργανο όταν το παίζεις και με άλλον όταν είσαι σε μια απόσταση από αυτό. Ένας καλός παίκτης τον οδηγεί σε σωστότερες ρυθμίσεις του συγκεκριμένου οργάνου γιατί «…ένας καλός παίκτης, δονεί με διαφορετικό τρόπο το όργανο, οπότε σίγουρα ακούω πράματα, που δεν τα ακούω όταν το παίζω εγώ».
Η ενασχόληση του Νίκου Φρονιμόπουλου με την οργανοποιία είναι χρόνια, το ενδιαφέρον του και η μελέτες του για το ιστορικό της κομμάτι πολύ σημαντικό αλλά -πράγμα σπάνιο για έλληνα οργανοποιό- και η συγγραφική του δραστηριότητα, η οποία φαίνεται τόσο στις διάφορες ιστοσελίδες που φιλοξενούνται απλόχερα, όσο και στο βιβλίο του που περιμένουμε με αγωνία να εκδοθεί αυτή την περίοδο. Ο τίτλος του είναι «Ο Μακρυγιάννης, ο Ταμπουράς του και η οργανοποιία του Λεωνίδα Γαΐλα», σε έκδοση του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Βιβλίο το οποίο θα πλουτίσει την φτωχή ελληνική βιβλιογραφία της οργανοποιίας.

Διεύθυνση: Λεγραινά Λαυρεωτικής, οδός Αζηνιαίων

Κινητό: 6946723804
Εργασία: 2292051013
Ιστοσελίδα: fronik.wordpress.com
Email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.