fbpx

η κλίκα το περιοδικό

Το Aptaliko.GR υποστηρίζει τέτοιες προσπάθειες και τις διαδίδει.

  1. «Έχουμε μπει στον 21ο αιώνα και τα τραγούδια του Μάρκου είναι ακόμη πρώτα»

    Ως ώριμου, πλέον, μελετητή του ρεμπέτικου αποτελούσε διακαή μου πόθο μια συνέντευξη με το Στέλιο Βαμβακάρη. Το Στέλιο τον συναντούσα πολλές φορές, Κυριακές πρωινά, στο Μοναστηράκι, στη γύρα των συλλεκτών. Η παρούσα συνέντευξη έγινε σε δύο περιόδους. Η πρώτη συνάντησή μας πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2017, παρουσία του φίλου Κώστα Ραυτογιάννη, ενώ η δεύτερη τον Οκτώβριο του 2018, παρουσία του Γιώργου Θανόπουλου, φίλου, συνεργάτη και γραμματικού του Στέλιου, στο σπίτι του Στέλιου, στον Κορυδαλλό. Και στις δύο συζητήσεις - συνεντεύξεις ο Στέλιος, εξαιρετικά εγκάρδιος, απάντησε με υπομονή σε όλες τις «περίεργες» ερωτήσεις μου, εκφράζοντας τις δικές του απόψεις για διάφορα θέματα, ενώ έπαιξε με το μπουζούκι του μερικά τραγούδια του πατέρα του, καθώς και δικά του. Αυτό που με ευχάριστη έκπληξη διαπίστωσα, ακούγοντάς τον, ήταν πως μετά το χαμό του «τρομερού παιδιού», Νίκου Βραχνά, το 2002, υπήρχε ακόμη ένας τελευταίος μύστης του Πειραιώτικου ύφους, που δεν είναι άλλος από τον γιό του μεγάλου Μάρκου Βαμβακάρη.

  2. «Το μπουζούκι είναι φορέας ελληνικού πολιτισμού»

    Ο Σπύρος Γκούμας δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Ένα από τα καλύτερα «μπουζούκια» της νεότερης γενιάς, καταρτισμένος μουσικός, καταξιωμένος δάσκαλος, αλλά πάνω απ’ όλα άνθρωπος ευγενής και ειλικρινής, με κατασταλαγμένη άποψη που δε διστάζει να τη μοιραστεί και να την υποστηρίξει με επιχειρήματα. Η συνέντευξη που, με μεγάλη προθυμία, παραχώρησε στην «κλίκα» εξελίχθηκε σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, από εκείνες που σε απορροφούν τόσο ώστε κάποια στιγμή να κοιτάς το ρολόι και να αναρωτιέσαι πώς πέρασαν οι ώρες. Συζήτηση πολυδιάστατη και πολύ-θεματική, περνάει από τις προσωπικές του μνήμες στην ουσία της λαϊκής μας μουσικής, από τις Βυζαντινές σπουδές στη διδασκαλία και από τα σεμινάρια της Σκύρου στη νέα γενιά που αναζητεί σημείο αναφοράς και έκφρασης στα προπολεμικά ρεμπέτικα.

  3. H συνέντευξη με το Δημήτρη Μυστακίδη δεν θα μπορούσε να είναι μικρή. Από πού να ξεκινήσεις και πού να σταματήσεις... Ένα τσιγάρο στο στόμα, μια κιθάρα στα χέρια και μια φωνή βαριά, που λέει τραγούδια προπολεμικά... Ο Μήτσος, όπως τον λένε αυτοί που τον ξέρουν και τον αγαπούν, είναι multitask. Πολυπράγμων, για να το πω στη γλώσσα μας. Με ατελείωτες ώρες πτήσης στο πάλκο, στη διδασκαλία, στις συναυλίες. Πολυπράγμων και στα όργανα, δεν είναι τυχαίο ότι παίζει με ευκολία ό,τι κάτσει στα χέρια του. Ένα όργανο βέβαια είναι το εκλεκτό: η λαϊκή κιθάρα. Την τέχνη της λαϊκής κιθάρας την αποδόμησε, όπως λέει και ο ίδιος. Σαν τον καλό τον οργανοποιό, που θέλει να καταλάβει τα μυστικά του οργάνου. Την αποδόμησε για τους φοιτητές του, γιατί αλλιώς, όπως μάς είπε, η γνώση δε μεταφέρεται. Ευτυχώς για μας, τα κομμάτια τα συνέθεσε ξανά, και από τα χέρια του ακούσαμε εκτελέσεις που θα μείνουν.

  4. 1ο διεθνές συνέδριο ουτιού «Γιώργος Μπατζανός»

    Συναντήθηκα με τον Τάσο Θεοδωράκη στην Πόλη. Είχε έρθει για το 1ο διεθνές συνέδριο ουτιού. Όντας κατασκευαστής μουσικών οργάνων στη Θεσσαλονίκη και έχοντας πάθος με το ούτι, την ιστορία του και την κατασκευή του, έρχεται συχνά στην Πόλη. Φυσικά, δε θα μπορούσε να λείψει από ένα τέτοιο γεγονός. Ο Τάσος έχει πιάσει το ούτι από πολλές μεριές. Είναι μελετητής και ερευνητής του Μανώλη Βενιού αλλά και των υπόλοιπων κατασκευαστών ουτιών της Πόλης του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Είναι συλλέκτης μουσικών οργάνων και από τα χέρια του έχουν περάσει πολλά ούτια. Παράλληλα, ασχολείται με τη κατασκευή τους αρκετά χρόνια και τα ούτια του θεωρούνται από πολλούς εξαιρετικά. Το δε ούτι στο λογότυπο του συνεδρίου είναι δικής του κατασκευής. Προσωπικά, έχω διαπιστώσει ότι είναι από τους λίγους που έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα, τόσο για τα θέματα κατασκευής του, όσο και για την ιστορία των ουτιών της Πόλης.

  5. Συναντηθήκαμε με τον Μουαμμέρ Κετέντζογλου ένα απόγευμα στην Πόλη. Ήρθε μαζί με τη γυναίκα του, την Ντενίζ. Η Ντενίζ είναι σύντροφός του εδώ και μερικά χρόνια όχι μόνο στη ζωή αλλά και στο πάλκο. Σπούδασε νομική και ήτανε δικηγόρος μέχρι που η αγάπη της για τον Μουαμμέρ και τη μουσική την έκανε να αφήσει τη δικηγορία για να ασχοληθεί με το τραγούδι. Χαμογελαστοί, ευγενικοί και πρόσχαροι. Δεν είναι τυπικοί. Έχουνε ζωντάνια και φρεσκάδα. Και τη μεταδίδουνε. Ξέρουμε ότι ο Μουαμμέρ είναι μεγάλος μουσικός. Ξέρουμε επίσης ότι έρχεται συχνά στην Ελλάδα και έχει συνεργαστεί με μεγάλους Ελληνες μουσικούς. Ο Μουαμμέρ παίζει ακορντεόν. Το ξέρει καλά το ρεμπέτικο. Και ακόμα περισσότερο, το αισθάνεται το ρεμπέτικο.

  6. «Ο Εμμανουήλ Βενιός είναι για τα ούτια ό,τι και ο Στραντιβάρι για τα βιολιά»

    Πριν απ' όλα θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τον Παναγιώτη Καγιάφα που ήταν αυτός που μας μετέδωσε την αγάπη του και το ενδιαφέρον του για τον Εμμανουήλ Βενιό. Με την εμπειρία του μας βοήθησε να θέσουμε τις σωστές ερωτήσεις όσον αφορά κατασκευαστικά αλλά και άλλα θέματα. Με την καθοδήγηση του επισκεφτήκαμε τον Τούρκο κατασκευαστή μουσικών οργάνων Τζενγκίζ Σαρικούς (Cengiz Sarikus) στο εργαστήριό του που βρίσκεται στην περιοχή Γιουσούφ πασά στην ευρωπαϊκή πλευρά της Κωνσταντινούπολης. Απλός, καταδεχτικός, και απίστευτα φιλικός θέλησε να μας μιλήσει για την ζωή του, για τα ούτια που κατασκευάζει και για τον Εμμανουήλ Βενιό, τον Manol όπως τον αποκαλεί, το διάσημο Ρωμιό κατασκευαστή ουτιών που έζησε στην Πόλη στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Μας μίλησε και για το βιβλίο που γράφει σχετικά με όλους τους μέγαλους κατασκευαστές ουτιών που έζησαν στην Τουρκία κατά την τελευταία περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μας εξήγησε τι σημαίνει γι' αυτόν ένας καλός κατασκευαστής μουσικών οργάνων. Εντύπωση μας έκανε η μεγάλη συλλογή οργάνων που έχει. Είδαμε κρητική λύρα του 1911, ταμπούρ, ιδιοκατασκευές του, και προπάντων ούτια από μεγάλους κατασκευαστές.

  7. "Θεωρώ πρόκληση να μπορώ να κατασκευάζω όργανα που θα παίζουν το ίδιο καλά, ή καλύτερα, μετά από 100 χρόνια."

    Κάθε συζήτηση με το Νίκο Φρονιμόπουλο είναι ενδιαφέρουσα από μόνη της. Όπως άλλωστε κάθε συζήτηση με ανθρώπους που έχουν άποψη, η οποία δεν προκύπτει από κάποιες σκόρπιες σκέψεις της στιγμής, αλλά είναι τεκμηριωμένη, ως αποτέλεσμα πολλών χρόνων προβληματισμού και διαρκούς ενασχόλησης με το θέμα. Επί της ουσίας της συνέντευξης, συμφωνήσαμε με το Νίκο Φρονιμόπουλο να μην κάνουμε μια ακόμα συνέντευξη του τύπου: «Ο οργανοποιός Φρονιμόπουλος, μας μιλάει για τον εαυτό του και τα όργανα που κατασκευάζει». Κάτι τέτοιο μπορεί να είχε ενδιαφέρον, αλλά ακόμα πιο ενδιαφέρον θα ήταν να συζητήσουμε ένα θέμα που να αφορά γενικότερα την οργανοποιΐα στη χώρα μας. Τι λοιπόν καλύτερο από το μια συνέντευξη με κεντρικό θέμα την «καλλιτεχνική οργανοποιΐα», με έναν κατ' εξοχήν εκπρόσωπό της (σ.σ. για τους μη γνωρίζοντες, ο Νίκος Φρονιμόπουλος υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη και πρόεδρος του «Συλλόγου Φίλων Καλλιτεχνικής οργανοποιΐας»).

  8. Συναντηθήκαμε με τον κ. Λάκη Καρνέζη όταν ήρθε από τη Νορβηγία για να συμμετάσχει σε συναυλία-αφιέρωμα στον Άκη Πάνου, τον περασμένο Αύγουστο. Αρπάξαμε την ευκαιρία και του ζητήσαμε να μας διαθέσει λίγο από τον περιορισμένο χρόνο του για μία συνέντευξη. Αυτός, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μας κάλεσε σπίτι του. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης επιβεβαιώθηκαν όλες οι «φήμες» που είχαμε ακούσει γι’ αυτόν. Ευγενής, ειλικρινής, ανοιχτόκαρδος, μια σπάνια για τις μέρες μας προσωπικότητα. Και ξεκάθαρος στις κουβέντες του: «Αν τύχει και σου πω "μου είπαν πως...", μην το γράφεις γιατί δεν μπορώ να στο αποδείξω. Ό,τι όμως σου πω πως το είδα και το άκουσα εγώ, γράφτο όπως είναι, κι αν χρειαστείς πες μου να στο υπογράψω».

  9. Μόλις είκοσι λεπτά από το Ηράκλειο της Κρήτης, στο χωριό Χουδέτσι, λειτουργεί ένα μοναδικό στο είδος του μουσικό εργαστήρι, αφιερωμένο στη μελέτη, τη διάσωση, τη διάδοση και προβολή της μουσικής και των μουσικών οργάνων λαϊκών παραδόσεων σχεδόν από όλο τον κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, των μουσικών παραδόσεων που ανήκουν στη λεγόμενη «τροπική μουσική» (από την λέξη «τρόπος», η οποία θα ερμηνεύονταν στην αγγλική μουσικολογική ορολογία ως scale, mode - και ως εκ τούτου «modal music»).

  10. Με τον Στράτο Γεωργιόπουλο βρεθήκαμε στα μέσα Ιανουαρίου του 2008. Είναι ένας νέος άνθρωπος, πολύ ευθύς με καθαρό λόγο και φυσιογνωμικά μοιάζει στον παππού του: Τον Στράτο τον Παγιουμτζή, τον επονομαζόμενο και "τεμπέλη". Δεν καταφέραμε να τον βάλουμε να μιλήσει πολύ για τον εαυτό του. Ηταν όμως λαλίστατος για τον παππού του, για τη γιαγιά του τη Ζωή, τη μητέρα του τη Φωφώ, αλλά και για το Γιώργο Ζαμπέτα, το Γιώργο Μπάτη, τον Ανέστο Δελιά, το Μάρκο Βαμβακάρη και τους άλλους μεγάλους του λαϊκού τραγουδιού. Το μικρόβιο του τραγουδιού είναι στην οικογένεια, αφού όσες στιγμές δεν μιλάγαμε, ο Στράτος ή σφύριζε ή σιγοτραγούδαγε... Στο τέλος, δεν άντεξε και έριξε έναν μανέ, με τη συνοδεία ξεκούρδιστου μπαγλαμά. Αυτή την περίοδο ο Στράτος δεν ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι γιατί -όπως μας είπε- "δε χτυπάει το τηλέφωνο". Προτιμάει να εργάζεται σαν οδηγός για να συντηρήσει την οικογένειά του, όπως και ο παππούς του ο Παγιουμτζής που ήταν βαρκάρης, "ταξιτζής της θάλασσας". Τα παρακάτω δεν είναι συνέντευξη. Είναι αποσπάσματα από μια απλή, φιλική συζήτηση που έγινε με πολύ κέφι και πολλά γέλια. Την καταγράψαμε αυτούσια με την ελπίδα ότι θα μεταφερθεί έτσι κι ο αυθορμητισμός της.